δυσκολία συν-εννοήσης

Άλλα λες άλλα κάνεις, άλλα εννοείς και τελικά άλλα καταλαβαίνουν οι άλλοι γύρω σου.

Και η πολυπλοκότητα οργιάζει όταν πρόκειται για τα πιο απλά ζητήματα.

Πόσο δύσκολο είναι πια να πεις τι νιώθεις, ή μάλλον, πόσο κουράγιο προϋποθέτει πια το να αποφασίσεις τι νιώθεις; Να πάρεις μια απόφαση, να κατασταλάξεις και να σταματήσει να πλανάται στον αέρα ένα διάχυτο μπέρδεμα που δεν σε πάει ούτε μπρος ούτε πίσω. Παραμόνο σε κρατάει στάσιμο. Να αναρωτιέσαι ή να μην μπαίνεις καν στον κόπο, και ταυτόχρονα να αφήνεις τους άλλους γύρω σου στην απελπισία της ανασφάλειας. Στην απελπισία της αβέβαιότητας.

Τα ξεκαθαρίσματα μπορεί ενδεχομένως να είναι επώδυνα άλλα είναι σίγουρα και λυτρωτικά. Γι’αυτό μην τα παραβλέπεις. Γιατί οι άνθρωποι δεν μπορούν πάντα να στο παίζουν ανώτεροι και αδιάφοροι. Είναι μεγάλη υποκρισία όταν μέσα τους βράζουν.

β.φ.

αλκαλικές μέρες

τα πρόχειρα δεν τα θέλω, σου είπα

δεν ξέρω, μου απάντησες. Και με αγκάλιασες.

και οι μέρες περνούσαν

άλλες πορτοκαλοκόκκινες και άλλες γκρίζες.

Στιγμές γαλάζιες και κίτρινες, φωτεινές, με εσένα κάπου εκεί να σε παρακολουθώ από απόσταση

μέχρι που ερχόσουνα κοντά. και εγώ έβλεπα κηλίδες απροσδιορίστου σχήματος

απροσδιορίστου χρώματος

να με κυριεύουν

σαν τα χέρια σου γύρω απο τη μέση μου

τους ώμους, τα πόδια

να μου χαϊδεύεις τον αυχένα, να με νανουρίζεις

Και το βράδυ μαζί.

στην πιο αθώα αγκαλιά

με την ανάσα σου στο αυτί μου

τα χείλη σου στο κορμί μου

να με ζεσταίνεις και να με οδηγείς στον πιο γλυκό ύπνο.

κι αν αυριο ξημερώσουμε μαζί.

ποιος ξέρει(;)

β.φ.

ζωή-κατ’ επιλογήν(;)

Οι λεγόμενες “φάσεις” της ζωής ποικίλλουν. Και όταν αναφερόμαστε σε αυτές εννοούμε -σχεδόν-πάντα τις άσχημες. Ναι και εσύ και εγώ και ο καθένας έχει περάσει κακές “φάσεις”. Είναι αυτές οι μακρόχρονες ή βραχύχρονες περίοδοι που τίποτα δεν μοιάζει να πηγαίνει καλά και μοιάζουν να κρατούν αφόρητα πολύ. Σίγουρα όμως θες να τις αφήσεις πίσω, να προχωρήσεις, να ξαναβρείς νόημα σε κάτι, να ξεφύγεις.

“ματαιότης ματαιοτήτων, τα πάντα ματαιότης”

Όταν πια αυτή η φράση έχει γίνει το μότο της ολικής σου ύπαρξης, όταν έχεις βουτήξει με το κεφάλι και κολυμπάς στον βούρκο, και το ξέρεις, όταν έχεις πιάσει πάτο, και το ξέρεις, τότε είναι που αναρωτιέσαι “τι κάνουμε εδω;”. Και αλήθεια τι κάνεις; Τι είσαι προθυμος και τι ικανός να κάνεις, για να βοηθηθείς.

Μπορεί εσύ ή εγώ να είμαστε πιο δυνατοί, πιο δυναμικοί και να παταμε πόδι στον εαυτό μας. Να λες, ας πούμε, οτι μέρχι εδώ ήτανε.Να παραδεχτείς ότι ναι είσαι άσχημα και να αποφασίσεις εσύ ο ίδιος να αλλάξεις την κατάσταση. Να ψάξεις και να βρεις κατι μηδαμινό, αμεληταίο και να το κάνεις άξιο ενθουσιασμού και αντικείμενο αποφόρτησης της κακής ενέργειας που σε παραλύει και σε καθηλώνει στην μαύρη σου ψυχή. Να αλλάξεις γιατί εσύ το θες και αναλαμβάνεις δράση.

Οι άλλοι όμως; Εκείνοι pου δεν μπορούν να το κάνουν αυτό; Τι γίνεται με αυτούς; Και πως γίνεται να μην μπορούν; Μου φαίνεται παντελώς αδιανόητο το να μην μπορείς να πάρεις μια αποφαση για να αλλάξεις, δεν ξερω, ίσως το βλεπω πολυ μονοπλευρα το ζήτημα. Απλα ποτε δεν έβλεπα την όλη διαδικασία ως ικανότητα αλλά ως δυνατότητα. Είναι ουτοπικό να περιμένεις τον “Μεσία” να έρθει να σε πιάσει απο τον αυχένα, να σε τινάξει και να σε ξαναβάλει στη θέση σου. Γιατί δεν έρχεται ποτέ κανείς, όχι αν εσύ δεν του κάνεις νόημα. Και αλήθεια εκνευρίζομαι όταν ακούω “δεν μπορώ” ή “μιλας εσύ που δεν εχεις προβλήματα”. Δεν εχω προβλήματα. Ενταξει λοιπόν, έτσι είναι εαν έτσι νομίζετε. Δεν θα μπω στη διαδικασία να συγκρίνω την δική μου χασκουσα συναισθηματική κενότητα με το χ,ψ αντίστοιχο προβλημα. Απλά και μόνο επειδή ξέρω ότι όσο το σκεφτομαι ή το αναφέρω τόσο περισσότερο με κατατρώει. Ειλικρινά το κλαψούρισμα είναι μόνο για τις φρέσκιες πληγές που χρειάζονται μια καποια περιποίηση. Από κάποιο σημείο και μετά αναλαμβάνει, ή θα πρεπε να αναλμβάνει, μόνος του ο οργανισμός τη θεραπεια.

Και αλήθεια, όσο περιμένεις και περιμένεις αγόγγυστα και υπομονετικά τον σωτήρα ή το σωτήριον προϊόν τελος πάντων, απλά χάνεις τα τώρα τεκτενόμενα. Χάνεις τις στιγμές ή τα γεγονότα από τα οποία θα μπορούσες να πιαστείς και να κάνεις τη ζωή σου λιγό πιο..ζωντανή, ενδιαφέρουσα. Γιατί εσύ και ο καθένας αποφασίζει και κρίνει μόνος του τι ειναι ενδιαφέρον και τι οχι. Αυτή η ουδετερότητα, η μόνιμη παθητικότητα, το “πέσε πίτα να σε φάω”, η έλλειψη αποφασιστικότητας και η ανυπαρξία πρωτοβουλιών με απωθεί. Βλέπω ανθρώπους να μεμψοιμοιρούν και τους λυπάμαι. Τους λυπάμε γιατι περιμένουν μάταια βοήθεια από κάποιον ή κάτι που δεν γνωρίζουν ενώ η αφετηρία θα έπρεπε να είναι ο εαυτός τους.

Μιλώντας πάντα περι καρδιακών και λοιπών ζητημάτων του ιδίου φυράματος.

ειλικρινά ειλικρινής,

β.φ.

η υπάρχουσα κατάσταση

Η άρχουσα καταστάση τυγχάνει να είναι και υπάρχουσα.

Η παρουσία σου δε παραμένει επίμονα και ανένδοτα απούσσα.

Η κατάσταση είναι η υπάρχουσα, δυστυχώς. Διότι διέταξε εισβολή και τυραννία καταθλιπτικών σκέψεων και αισθημάτων στο σώμα και το νου, σε βαθμό κακουργήματος. Και η εξέγερσις του λαού των κυττάρων όλο και καθυστερεί, αργοπορεί, δεν προκυρήσσεται καν και όταν ξεκινά αναβρασμός καλείται πάντα η αρχή και απαρχή κατύφια αν όχι θλίψη, με τα δάκρυα-όργανά της να κατευνάσει το σούσουρο.

Κι αν το μυαλό αποφασίζει αλλαγή, σταματημό και στην αφετηρία επιστροφή, το μέρος του το επονομαζόμενο υπόφυση κυρήσσει βέτο αφήνοντας την κατάσταση όπως είναι υπάρχουσα.

Κάποιοι είπαν ότι θα προτιμούσαν να ζουν ουτοπικά, μέσα σε έναν κόσμο ψεύτικα πλασμένο, παραμυθένιο, και ότι θα ήταν ευτυχείς. Άλλωστε, κατέληγαν, τι αξια έχει η αλήθεια αν κάθε φορά σου στερέι την ευτυχία(;). Δεν τους αδικώ, μα ούτε τους συμμερίζομαι. Ίσως μόνο να τους θεωρώ αδύναμους. Ναι προτιμώ να τους θεωρώ αδύναμους. Βγαίνω εγώ θαρραλέα έτσι μιας και τολμώ να αντιμετωπίζω την ωμή αλήθεια ευθέως και χωρίς παραδρομές. Ή και όχι. Μάλλον όχι. Γιατί η αλήθεια έχει ανοίξει πληγές. Πληγές που δυσκολεύονται πολύ να κλείσουν και δεν ξέρω τι να κάνω για να βοηθηθώ. Πληγές που θέλω να κλείσουν όμως αυτές αρνούνται.

Πληγές άλλων που κουβαλάω εγώ.

β.φ.

παραμονή στην απουσία

έτσι

μόνο και μόνο στη υποψία της παραμονής σου, της σωματικής σου, στον κόσμο μου, πέρασαν ένα δισεκατομμύριο σκέψεις απο το μυαλό.

Ή μόνο μια. Το αν αυτό θα σήμαινε και την παραμονή σου στη ζωή μου. Ψέμα. Όχι την παραμονή. Μάλλον την επιστροφή σου.

Μάλλον όχι, αποφάνθηκα.

Δεν ξέρω καν αν θα παραμείνεις. Έστω σωματικά, μερικά μέτρα πιο πέρα απο το σπίτι μου. Για την ακρίβεια αμφιβάλω. Με την αφέλεια και την ανοργανωσιά σου, πολυ πιθανό να την έχασες αυτή την ευκαιρία.

Τελικά τι μείνεις, τι φύγεις, τι κάνεις τον γύρο του κόσμου και ξαναγυρίσεις, για μένα μάλλον το ίδιο θα ειναι… Έτσι κι αλλιώς δεν θα με άφηνες να κάνω κάτι. Έτσι κι αλλιώς και τώρα λείπεις. Κι ας οξύνονται οι αισθήσεις μου κάθε φορά που περνώ απ’το δρομάκι σου, πολλές φορές τη μέρα.

β.φ.

η παύλα δίπλα στην τελεία.

κενό

χάσκει.αηδιάζει.άφησες.πληρώνω_

δεν

αψιφώ.προσπερνώ.διώχνω_

προσπαθώ_

δεν

μπορώ_

αδυνατώ_

το ξέρεις_

σε

ζηλεύω.γυρεύω.λατρεύω.χάνω.έχασα_

είμαι

ένα

δάκρυ.χάδι.φιλί

αθώο

δικό.σου_

είμαι

εδώ.μόνη_

δεν

πειράζει.σταλάζει

πια_

τελείωσε_

στέρεψε._

β.φ.

Για σένα και για μένα. Ίσως.

Για σένα ξέχασα τι ψάχνω. Σε σένα βρήκα τα πάντα. Άπλετη αφτιασίδωτη αγάπη, που λαχταρούσα. Αγάπη πηγαία,παιδική, αθώα, αληθινή.

Για σένα ξέχασα τι θέλω. Θέλησα εσένα. Απλοϊκά και κατασταλαγμένα. Τόσο απλά που έγινε ζήτημα περίπλοκο. Μπερδεύει.

Θέλησα εσένα ολοκληρωτικά. Όχι για τα διαλεγμένα και ξεσκαρταρισμένα θετικά, αλλά για την συμφωνία όλων.

Για την ανεπανάληπτη αγαλλίαση των όμορφων και το ζωογόνο νεύρο των άσχημων

στιγμών

μαζί σου.

Που φεύγουν ανεπιστρεπτί μιας και η απόσταση ολοένα και αυξάνει.

Η απόσταση των ψυχών μας και η απόσταση των σωμάτων μας.

καθώς φεύγεις, χωρίς να θέλεις ή και να θέλεις τελικά.

Αφήνοντας εμένα πίσω, θέλοντας -ή και μη, μπορεί(;)

αδύναμη και ανίκανη να ακολουθήσω.

Πόσο μακριά είναι το άπειρο;

Θα είναι μεγάλο το ταξίδι σου;

Να πάρε αυτή την πυξίδα για να μη χαθείς, και για να θυμηθείς τον δρόμο της επιστροφής. Για να γυρίσεις πάλι κοντά μου.

-Όταν φτάσεις θα μου πεις;

-Ναι

δηλαδή όχι. Δηλαδή μπορεί, ή μάλλον όχι. Σίγουρα όχι.

-Όταν φτάσεις θα με αγαπάς ακόμη; Θα με σκέφτεσαι λιγάκι; Θα κρατάς την πυξίδα που σου χάρισα;

Θα γυρίσεις σε μένα;

-Ναι

δηλαδή;

Κι αν η επιστροφή θα είναι μεγάλη απο το άπειρο, πιο πολύ από τον πηγαιμό,

εγώ θα επιμένω εδώ

αιώνια Πηνελόπη, να καρτερώ υπομονετικά ένα σου σημάδι.

Κι αν αυτό δεν εμφανιστεί ποτέ, εγώ θα περιμένω ακόμα.

Δεν σε αφήνω. Ποτέ.

Μ’ακούς;

ΠΟΤΕ._

β.φ.

κεκλεισμένων των ματιών

Έπρεπε να ζαλιστώ πολύ απο το αλκοόλ για να το ξεστομίσω. Δεν τολμούσα, και δεν το ξανατολμάω. Αυτό το μικό λογύδριο αντιχεί σαν γδούπος στο μυαλό και σπάει την καρδιά σε εκατομμύρια μικρά κοφτερά κομμάτια. Πονάει. Από τότε μόνο το εχω γράψει. Μια-δυο φορές για άλλους λόγους κάθε φορά. Είναι πιο εύκολο να το βλέπω γραμμένο, είτε στο χαρτί είτε στην οθόνη. Είναι σαν να μην είναι δικό μου, ακόμη κι αν  βλέπω από κάτω το μονόγραμμα. Ιστορία κάποιου άλλου, υποθέτω και ησυχάζω. Ευησυχάζω. Γι’ αυτό το γράφω μια τελευταία φορά. Για να επισημοποιηθεί, στο μυαλό μου. Για να το αντέξω.

Ήμουν, και είμαι βαθιά ερωτευμένη μαζί του. Ήταν το μοναδικό αποκούμπι αγάπης στη ζωή μου. Το μόνο μου στήριγμα. Η μόνη μου σταθερά, που έπεσε. Ήταν ο μόνος στον οποίον ήξερα να έχω εμπιστοσύνη. Ο μόνος που αγαπούσα, και αγαπώ χωρίς ενδοιασμούς. Αυτός. Έφυγε τόσο οραγνωμένα και απλά. Εξαφανίστηκε. Με απέβαλε απο τη ζωή του και λογικά θα ζητά και το αντίστροφο. Αφήνοντας ένα κενό απόλυτο να χάσκει στην ψυχή μου. Αφήνοντας ένα κενό που κυρίευσε την πλήρη μου ύπαρξη. Που το ελάχιστο πληρωμένο μέρος της το άφησε ανολοκλήρωτο, πρωτόγονο, ξανά.

Σε αγαπώ σε κάθε διάσταση, με κάθε μορφή, με όλες τις έννοιες, με οποιοδήποτε τίμημα.

Και τώρα πονάω αδιανόητα.

Αν μετανιώνω;  -επ- ουδενί._

β.φ.